Τι σημαίνει αβγατίζω; πως προκύπτει αυτή η λέξη;

Διαβάστε τι γράφει ο Μενέλαος Παρλαμάς για την λέξη Αβγατίζω και τρις ακόμα άλλες. 

Από το βιβλίο: Από τη ζωή των λέξεων. Εκδόσεις Δόμος   

ΧΑΤΖΑΡΑΒΕΙΑ..

Α’

Ο αγαπητός Γ. Χατζαραβής, ιεροψάλτης σ’ ένα χωριό, είναι ο πιο αγράμματος κι ο πιο σοφός αναγνώστης της στήλης μου. Λέω αγράμματος με τη συμβατική έννοια, γιατί δεν είναι παρά απόφοιτος του Δημοτικού Σχολείου. Και λέω σοφός με την πραγματική σημασία, γιατί έχει παρατηρητικότητα και κρίση σπάνια, που του προσκομίζουν σωστές και πολλές γνώσεις. Οι πιο μνήμονες αναγνώστες μου θα ενθυμούνται, πόσο λογικά κατώρθωσε να συμπεράνει την ετυμολογία του ιερού βιβλίου, πού ονομάζεται «Αθολόι».

Συχνά μου γράφει και μου ζητά διευκρινήσεις. Και είναι καταπληκτική η ικανότητά του να διαπιστώνει κενά και να προβάλλει απορίες, που θα μπορούσαν να φέρουν σε απόγνωση και τον ίδιο τον Χατζιδάκι. ’ Ιδού ένα απόσπασμα από το τελευταίο του γράμμα — με την ορθογραφία του:

«…Και τόρα θά ΐθελα νά σέ παρακαλέσω νά μου πεις πώς έβγίκαν οί λέξεις άβγατίζι, βγοδόνι, βγορίζι καί άβγαλεσά. Σάσε γράφω κουβέντες, γιά νά καταλάβεται. Αέν άβγατίζι ή δουλιά. Το γιαπί βγοδόνι. ‘Ο τόπος βγορίζι. ν0 μύλος εχει άβγαλεσά. ’Ίθελα νά ξέρω, έχουνε δλα τούτα σχέση μέ τά άβγά; Έτσι μοιάζει, μά έμένα δέ μου φαίνεται…».

Όπως βλέπετε, ο καλός ιεροψάλτης θέτει με συγκινητική απλότητα τα προβλήματά του, που δεν είναι καθόλου απλά! Ευτυχώς που με το γλωσσικό ένστικτό του συνέλαβε την ανάγκη να γράψει και κουβέντες σχετικές με τις λέξεις του. * Αλλιώς, οι πρώτες τουλάχιστον, θα ήσαν ακατανόητες, έτσι που εξουδετερώνει (κυριολεκτικά) τα ρήματα η συμπαθητική ορθογραφία του.

Σωστά υποψιάζεται ο επιστολογράφος, πως καμιά από τις τέσσερις λέξεις δεν έχει σχέση με τα αβγά. Η σημασία τους τα αποκρούει. Αλλά ποια είναι η σημασία τους; Μας τη δίδει ο ίδιος: Επειδή όμως σ’ ένα σημείωμα δεν χωρούν τέσσερις «ιστορίες», θα εκθέσουμε σήμερα μονάχα την πρώτη.

Δεν αβγατίζει η δουλειά, θα πει, καθώς γράφει ο φίλος μου, δεν προχωρεί η δουλειά. Και αβγατίζω τη δουλειά, θα πει προχωρώ τη δουλειά. Αυτό σημαίνει πώς το ρ. αβγατίζω είναι και μεταβατικό και αμετάβατο — όπως ακριβώς και το συνώνυμό του προχωρώ. Αυτά για τη σημασία του. Τώρα για την προέλευσή του.

Από το αρχαίο εκβαίνω παράγεται το επίθετο εκβατός πού σημαίνει τελειωμένος. ’Απ’ αυτό πάλι προέρχεται το επίθετο εκβατικός, πού θα πει αποτελεσματικός. Ξεκινώντας άπ’αύτά, υποθέτουμε ένα ρήμα εκβατίζω (όπως από το αδύνατος αδυνατίζω) με τη σημασία: φέρνω αποτέλεσμα, προοδοποιώ. Και όπως το εκβαίνω έγινε βγαίνω έτσι και το εκβατίζω έγινε βγατίζω. Μένει ακόμη το άλφα τής αρχής, αυτό πού εμπνέει τις υποψίες για τα αβγά. Εδώ έχουμε το γνωστό φαινόμενο του λεγόμενου προθετικού άλφα. Όπως δηλαδή ο χειλάς έγινε αχειλάς, ο φορδακός άφορδακός, το δράχνω άδράχνω κ.λπ., έτσι και το βγατίζω έγινε άβγατίζω.

Την ίδια πιθανότητα να έγινε και απλή εναλλαγή του έψιλον σε άλφα όπως ελαφρώνω – αλαφρώνω, ’έντερο – άντερο, ερμηνεύω – άρμηνεύγω κ.ά.π.

Στα επόμενα σημειώματα θα πούμε για τις υπόλοιπες λέξεις που μας έστειλεν ο κ. Χατζαραβής. Και για να έχουν κάποια ενότητα, θα μου επιτρέψει ο αγαπητός φίλος να τούς δώσω τον γενικό τίτλο «Χατζαράβεια» — έτσι για να τιμήσουμε τις γόνιμες γλωσσικές ανησυχίες του.

Β’

 Υπήρχε κάποτε και νόστιμο ψωμί στην Κρήτη! Τότε πού οι χωρικοί μας καλλιεργούσανε ακόμη το σιτάρι, το καθάριζαν προσεκτικά και το άλεθαν στους ανεμόμυλους, που φτεροκοπούσαν ακούραστοι σε κάθε σελλί και σε κάθε εβγορο. Τότε που κάθε σπίτι είχε τον φούρνο του και τις νοικοκυρές του. Τώρα στάρι δεν υπάρχει ούτε για κόλλυβα, που λένε. Οι μύλοι, ερειπωμένοι, διηγούνται σιωπηλά τις μελαγχολικές ιστορίες τους, οι φούρνοι γκρεμίστηκαν, οι νοικοκυρές μεταναστεύουν στη Γερμανία και το ψωμί από άναξ του σπιτιού έγινε ο αποδιοπομπαίος του τραπεζιού μας.

Μαζί με τον μύλο εχάθηκε και η κλασική μορφή του μυλωνά. Αυτός ήταν συνήθως ηλικιωμένος, άσπρος από τα χρόνια και από το αλεύρι, μειλίχιος και σοφός, ίσως εξ αίτιας της μοναξιάς του. Ήξερε να διηγείται πρωτότυπες ιστορίες και να ψήνει πίτες στις ώρες της αβγαλεσάς. Ήξερε ακόμη να ερμηνεύει το θέαμα του κόσμου και της ζωής. Και προ παντός να προβλέπει τον καιρό — αλάνθαστος μετεωρολόγος.

Όταν, μικρό παιδί, πήγαινα το άλεσμα του σπιτιού μας στον μύλο, ευχόμουν πάντοτε να βρω αβγαλεσά, δηλαδή να μην έχει ο μύλος άλλα αλέσματα. Γιατί τότε ο μυλωνάς, για να με κρατήσει περισσότερο στη μοναξιά του, μου διηγόταν ατελείωτες ιστορίες, μ’ έφίλευε ζεστή πίτα και μου επαναλάμβανε την υπόσχεση, πως, όταν μεγαλώσω, θα μου χαρίσει τον μύλο, να γίνω κ’ εγώ μυλωνάς. Δυστυχώς οι μύλοι καταργήθηκαν ωστόσο…

Και τώρα ξύπνησε ζωηρή η μνήμη της παλιάς αυτής ευδαιμονίας, καθώς αναζητώ τη λύση στο πρόβλημα που μου έθεσε ο κ. Χατζαραβής: ή λ. αβγαλεσά έχει σχέση με τ’ αβγά; “Αν με ρωτούσε, όταν ήμουν παιδί, θα του έλεγα, πως έχει σχέση μάλλον με τις πίτες. Τώρα πρέπει να πω τη σκληρή αλήθεια: ούτε με πίτες ούτε με αβγά. Έτσι πάντα η γνώση εξαφανίζει την ελπίδα.

Ήδη από την αρχαιότητα ο φθόγγος δ μπορούσε να τραπεί σε β. Η κοπέλα με τα πλουμιστά σανδάλια ονομάζεται από τον Ανακρέοντα: ποικιλοσάμβαλος. Στην Τσακωνιά, όπου σήμερα επιζεί ή δωρική διάλεκτος, τα νερά λέγονται ύβατα, δηλαδή ύδατα. “Έτσι και στα νέα ελληνικά γίνεται κάποτε ή ίδια μετατροπή του φθόγγου — χωρίς φυσικά αυτή να θεωρείται συνέχεια της παλιάς. Στη Βιάνο λ.χ. η δραχμή ακουόταν παλαιότερα βραχμή και ο άσκορδαλλός άσκοργιαλλός. Άλλου η λακκούδα (μεγεθυντικό του λακκούδι) λέγεται λακκούβα. Ξέρουμε ακόμη όλοι οι Κρητικοί πως άβεια θα πει στείρα. Το άβεια αυτό είναι προφανώς το άδεια (κενή). Όταν, λοιπόν, έχουμε ύπ’ όψει αυτό το φωνητικό φαινόμενο της νέας ελληνικής και, παράλληλα, τη σημασία τής λ. άβγαλεσά (έλλειψη αλεσμάτων), μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ως πρώτο συνθετικό τη λ. άδειος.

Γ’

Στο καινούργιο σπίτι, που είχε κτίσει ο γαμπρός, για να δεχτεί τη νύφη και τα προικιά της, ολίγες ώρες πριν από την τέλεση του γάμου έλαβε χώραν μια μικρή τραγωδία. Καθώς οι αδελφές του γαμπρού άπλωναν και τακτοποιούσαν την προίκα, άρχισαν να μουρμουρίζουν εναντίον της νύφης και σε λίγο να την κατηγορούν μεγαλόφωνα, όταν ανακάλυψαν πως υπήρχε μονάχα μια φλιτζάνα του τσαγιού.

— Βέβαια, να πίνει η κυρία το τσάι της κι ο αδελφός μας να ξανοίγει! Φώναξε κάποια στιγμή η μεγαλύτερη αδελφή, καθώς πετούσε με ορμή τη φλιτζάνα στον τοίχο, όπου έγινε θρύψαλα.

 Ωστόσο, πήραν χαμπάρι οι συγγενείς της νύφης, εγενικεύτηκεν ο καυγάς ανάμεσα στις δυο οικογένειες και σε λίγο ο ίδιος ο γαμπρός ανέβηκε σε μια σκάλα κι άρχισε να χαλά τις «κοντάδες», όπου ήσαν απλωμένα τα πλουμιστά υφαντά, και να αδειάζει τα ράφια. Κι ο γάμος εκινδύνεψε να ναυαγήσει εξ αιτίας μιας σκέτης φλιτζάνας. ‘ Ως εξήγηση ύστερα της κωμικής αυτής τραγωδίας ακουγόταν η φράση:

Ήσαν, λέει, λειψά τα βγοδώματα της νύφης…

Και η μικρή τούτη ιστορία δεν είναι πλαστή, μα ούτε, βέβαια, και σπουδαία. Συνηθισμένες μικρότητες των χωριών… “Αν έμεινε στη μνήμη μου, είναι γιατί μου φάνηκε παράδοξη ή λ. βγοδώματα. Στην αρχή νόμισα πως σημαίνει φλιτζάνες. Αργότερα έμαθα πως σημαίνει γενικώς τα προικιά της νύφης. Και τώρα, που προσπαθώ να διηγηθώ την ιστορία της, ανακαλύπτω, πως έχει πολύ πιο πλατεία σημασία. Σημαίνει γενικώς τα τεχνικά μέσα, με τα όποια βγοδώνει, δηλαδή, εκτελείται σωστά, μια εργασία. Έτσι έχουμε τα βγοδώματα του τρύγου, του θέρους, του οργώματος, του νοικοκυριού κ.λπ. Μέσα στα τελευταία εντάσσονται βέβαια και τα προικιά της νύφης.

Ανάλογη ποικιλία σημασιών έχει και το βγοδώνω: διορθώνω, τακτοποιώ, προοδοποιώ. Υπάρχει καί ως απρόσωπο: π.χ. Άμα σου βγοδώσει, νά’ρθεις». Δηλαδή : όταν σου ταιριάσει, όταν ευκαιρήσεις. ‘Υπάρχει ακόμη και σύνθετο: Όταν ξεβγοδώσωμε από τις ελιές…», δηλαδή: «όταν ξετελέψωμε».

Πίσω από όλη τούτη την ποικιλία των σημασιών μπορούμε, νομίζω, να διακρίνουμε την αρχική: τακτοποιώ. “Αν ή υπόθεση είναι σωστή, τότε πρέπει να αναχθούμε στο αρχαίο εύοδώ (βάζω σε καλό δρόμο, τακτοποιώ). Άπ’ αυτό προήλθε το ευοδώνω (όπως: νψώ – υψώνω, κατορθώ – κατορθώνω κ.λπ.). Και απ’ αυτό το βγοδώνω.

 Υπολείπεται τώρα να εξηγηθεί η φωνητική αλλοίωση, δηλαδή η προσθήκη του φθόγγου γ. Είναι γνωστό το σχετικό φαινόμενο της νέας ελληνικής. Το τρίβω έγινε τρίβγω, το μισεύω (μισέβω) έγινε μισεύγω, η αβανιά (ψόγος) άβγανιά. Με τον ίδιο τρόπο το ευοδώνω (έβοδώνω) έγινε έβγοδώνω και, με έκπτωση του ε, βγοδώνω.

Έτσι το γ με την αδιακρισία του, να φυτρώνει εκεί που δεν το έσπειραν, εδημιούργησε προβλήματα στον κ. Χατζαραβή, πονοκεφάλους σε μένα και πλήξη ίσως σε σάς, αγαπητοί μου αναγνώστες…*

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *