Ιερά Μονή Παληανής

 

Περιγραφή τοποθεσίας

Η Μονή της Παναγίας της Παληανής βρίσκεται περίπου 700 μέτρα ανατολικά του χωριού Βενεράτο, 17 χιλιόμετρα νότια του Ηρακλείου Κρήτης. Όπως όλα σχεδόν τα γυναικεία μοναστήρια, βρίσκεται δίπλα σε ένα χωριό, έτσι και η μονή Παλιανής βρίσκεται δίπλα στο Βενεράτο, πρόκειται για ένα γραφικό χωριό όσο αφορά τον παλαιότερο οικισμό, που διατηρεί ακόμα ως ένα βαθμό Βενετσιάνικα στοιχεία όπως οικόσημα, ενώ ο περιπατητής θα θαυμάσει όμορφα κτήρια και γραφικά σοκάκια. Το μοναστήρι της Παληανής κυριαρχεί ανατολικά του χωριού, με το βαθύ φαράγγι του Αγίου Φανουρίου, και τον ποταμό Απόλλωνα που το διατρέχει, να λειτουργεί ως φυσικό σύνορο.

Γύρο από το μοναστήρι ο επισκέπτης θα δει αιωνόβιους ελαιώνες, αμπελώνες, διάσπαρτες εκκλησίες, αλλά και αρχαία πατητήρια, την ίδια στιγμή μπορεί να θαυμάσει μέρος του ορεινού όγκου του Ψηλορείτη, με την κορυφή Κουδούνι να δεσπόζει υψόμετρου 1831 μέτρα.

Ονομασία

Η ονομασία της Μονής αποτελεί προσωνύμιο της Θεοτόκου. Η παλιά εικόνα της Θεοτόκου στο τέμπλο του καθολικού φέρει την επιγραφή (η Κυρία Παληανή). Ο Ιταλός καθηγητής, ιστορικός και αρχαιολόγος Ιωσήφ Γκερόλα αναφέρει σχετικά: <Η εκκλησία της Ιεράς Μονής Παληανής εις παλαιά χειρόγραφα απαντήσαμεν ότι ωνομάζετο Palea η Pala (Παλαιά) και αναφέρεται από του 668 και πολλάκις κατόπιν, ιδίως κατά τα πρώτα έτη της Ενετικής κυριαρχίας, ότε η κατοχή αυτής έγινεν αφορμή να δημιουργηθούν πολλαί παρεξηγήσεις>.

Επίσης προφορική παράδοση διασώζει ότι σε πολύ παλιό χειρόγραφο κώδικα της Μονής αναφέρεται το μοναστήρι της Παληανής με το όνομα <Παλιά> και δίνει και άλλες λεπτομέρειες.

Η ονομασία είναι αρχαιότατη και, όπως αναφέρει ο καθηγητής Αν. Ξυγγόπουλος, η ίδρυση της Μονής ανάγεται στον 4ο μ.Χ. αι. (350-450).

Το κτιριακό συγκρότημα

Η Μονή Παληανής είναι χτισμένη στην πλαγιά ενός λόφου. Στο μέσο του κτιριακού συγκροτήματος βρίσκεται ο ναός, το καθολικό της Μονής, και γύρω από αυτόν είναι χτισμένα τα ταπεινά κελλιά των μοναζουσών.

Ο ιερός ναός της Μονής, είναι Βασιλική τρίκλιτη και είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, τους Τρεις Ιεράρχες και τον Άγιο Παντελεήμονα.

Η Αγία Μυρτιά

Στην Ιερά Μονή Παληανής υπάρχει πάνω από χίλια χρόνια ένα ιερό δέντρο, πρόκειται για μία μυρτιά, η παράδοση θέλει την εικόνα της Παναγίας, να είναι ανάμεσα στα πολλά κλαδιά που αποτελούν τον κορμό της, οι μοναχές φροντίζουν να υπάρχει πάντα αναμμένο εκεί ένα καντήλι, χάριν στην Αγία Μυρτιά όπως την αποκαλούν οι μοναχές, γίνεται πανηγύρι στις 24 Σεπτεμβρίου ημέρα της Παναγία της Μυρτιδιώτισσας.

Η ίδρυση και η ιστορία της Μονής

Σύμφωνα με τον αείμνηστο καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αν. Ξυγγόπουλο η Μονή ιδρύθηκε κατά την πρώτη Βυζαντινή περίοδο γύρω στον Δ μ.Χ. αι. (350-450).

Εικάζεται ότι καταστράφηκε στη διάρκεια της αραβικής κατοχής (824-961 μ.Χ.) και ανοικοδομήθηκε πάλι κατά τη δεύτερη Βυζαντινή περίοδο (961-1204).

Αναμφίβολα η Μονή Παληανής είναι από τα αρχαιότερα μοναστήρια της Κρήτης. Ο Ιωσήφ Γκερόλα, σημειώνει ότι υπάρχουν γραπτες μαρτυρίες για την ύπαρξη της Μονής ήδη από το 668 μ.Χ. Έτσι η Μονή συμπληρώνει πάνω από 1300 έτη ζωής.

Η Μονή αρχικά ήταν σταυροπηγιακή και άνηκε κατ ευθείαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

Επειδή ήταν πλούσιο μοναστήρι και είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία, στη διάρκεια της Ενετοκρατίας κίνησε το ενδιαφέρον του λατινικού κλήρου της Κρήτης και κατόπιν σχετικής αποφάσεως του πάπα Κλήμεντα του Δ κατέλαβε τη Μονή ο λατίνος αρχιεπίσκοπος Κρήτης.

Αυτό έγινε αφορμή κατόπιν να δημιουργούνται συχνά προστριβές μεταξύ του λατίνου αρχιεπισκόπου και της κρατικής εξουσίας των Βενετών, επειδή σημειώνονταν αυθαίρετες σε βάρος των δικαιωμάτων του παραβάσεις σχετικά με την περιουσία της Μονής. Για την υπόθεση αυτή ο δόγης της Βενετίας ορίζει αντιπρόσωπο στο Βατικανό, για να διευθετεί τα ζητήματα που προέκυπταν από τις ενέργειες του λατίνου Αρχιεπισκόπου Κρήτης (1261-1279).

Με σύμφωνη γνώμη του αντιπροσώπου της Βενετίας στον πάπα και του λατίνου Αρχιεπισκόπου Κρήτης ο πάπας Κλήμης ο Δ (1265-1268) αναλαμβάνει διαιτητικό ρόλο για την επίλυση των διαφορών Πολιτείας και εκκλησίας της Κρήτης.

Έτσι ο δόγης Zeno με δύο επιστολές του το 1267 και το 1268 απευθύνεται προς τις βενετικές αρχές της Κρήτης και ζητά πιστή εφαρμογή της διαιτητικής παπικής Βούλας του 1266.

Η νοταριακή πράξη της 3ης Ιουνίου 1268, που συντάσσεται στο μοναστήρι της Παληανής από εκπροσώπους του δούκα και του Αρχιεπισκόπου Κρήτης αποτελεί έμπρακτη εφαρμογή της παραπάνω Βούλας και ρυθμίζει εκκλησιαστικά ζητήματα. Όσον αφορά την περιουσία της Μονής, επειδή προηγουμένως ήταν βυζαντινό αυτοκρατορικό μοναστήρι, αυτή ανήκε στην Πολιτεία και όχι στην Εκκλησία, όπως φαίνεται σε επιστολή του δόγη Marino Morosini προς τον δούκα της Κρήτης Pietro Dauro.

Οι νοταριακές πράξεις και αποφάσεις των δόγηδων η των δουκών στη συνέχεια για την ενοικίαση των κτημάτων-χωριών της Παληανής η της παραχωρήσεις τους σε φεουδάρχες παρουσιάζουν ένα πλίθος Ελλήνων και Λατίνων (ηγουμένων, μοναχών, κληρικών, ανώτερων αξιωματούχων) που κινείται γύρω από το βυζαντινό μοναστήρι στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα.

Στους τελευταίους αιώνες της Ενετοκρατίας η Μονή είχε λίγες δεκάδες μοναχές, όπως αναφέρουν οι απογραφές των Ενετών του 1577, 1583 και 1630, λειτουργούσε κανονικά, διατηρούσε παράλληλα τη μεγάλη περιουσία της και ήταν γυναικεία μονή.

Η Ενετική κυριαρχία τελειώνη με την τουρκική επίθεση και κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους (1645-1669).

Η περιουσία της Μονής περνά στους νέους κατακτητές και μοιράζεται σε αξιωματούχους Τούρκους. Δεν είναι γνωστό αν εξακολούθησε να λειτουργεί ως μοναστήρι κατά την περίοδο της τουρκικής επίθεσης και της πολιορκίας του Χάνδακα.

Σε πατριαρχικό έγγραφο του 1781 ο Οικουμενικός Πατριάρχης ενημερώνει με συνοδικό γράμμα τους κληρικούς και τα μοναστήρια της Επισκοπής Κνωσού, στα οποία ανήκε και η Παληανή, για την άφιξη του νέου Επισκόπου Κνωσού Φιλόθεου.

Η ιστορία της Μονής από το 1821 και έπειτα γίνεται γνωστή από πληροφορίες των παλαιότερων μοναζουσών, τις οποίες έλαβαν από την Ηγουμένη Παρθενία και τις διατήρησαν και οι νεώτερες ως ιερή παρακαταθήκη μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με αυτές τις πληροφορίες, όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821, υπήρχαν στη Μονή εβδομήντα (70) μοναχές. Η τότε ηγουμένη Μελανθία κακοποιήθηκε και σφαγιάστηκε από τους Τούρκους και οι υπόλοιπες εβδομήντα αιχμαλωτίσθηκαν, από αυτές όσες δεν σφαγιάστηκαν, πέθαναν από την κακουχία και τις ταλαιπωρίες.Το μοναστήρι σήμερα τις τιμά ως μάρτυρες.

Οι Τούρκοι λεηλάτησαν τη Μονή, άρπαξαν όλα τα πολύτιμα και περίτεχνα αργυρά ιερά σκεύη, πολλά από τα οποία ήταν δώρα βυζαντινών αυτοκρατόρων, που ζύγιζαν εξακόσιες (600) οκάδες καθαρού άργυρου (πολυέλεους, καντήλες, εικόνες επάργυρες και άλλα ιερά σκεύη) και στη συνέχεια την πυρπόλησαν.

Από την ολοκληρωτική αυτή καταστροφή σώθηκε θαυματουργικά η μοναχή Παρθενία, κρυμμένη μέσα σε μία τάφρο ανατολικά της Μονής, που τη σκέπαζαν άγριοι βάτοι.

Η Παρθενία κατάγονταν από τη Μιαμού Καινουρίου. Πατέρας της ήταν ο Γεώργιος Νεονάκης, γιος του Νεονοκωνσταντή, αδελφού του Δασκαλογιάννη. Η Παρθενία ήταν προικισμένη με πολλά χαρίσματα, είχε διαύγεια πνεύματος, δυνατή μνήμη, σωματική δύναμη, θάρρος και ανδρεία. Είχε μεγάλη πίστη στον Θεό και η καρδιά της φλέγονταν από Θείο έρωτα. Είχε γίνει μοναχή από πολύ νεαρή ηλικία και μόναζε στην Παληανή. Παράλληλα είχε αναπτυγμένη εθνική συνείδηση και γνώριζε το καθήκον της απέναντι στην Πατρίδα, που ζούσε τότε τον μεγάλο ξεσηκωμό. Η ίδια διηγήθηκε κατόπιν στις αδελφές μοναχές τη διάσωση της.

Σύμφωνα με τη διήγηση της, αυτή βρίσκονταν, έξω από το μοναστήρι στους αγρούς, όταν το κατέστρεψαν οι Τούρκοι. Έζησε τριάμισι χρόνια μέσα στην τάφρο και τρέφονταν με χόρτα και καρπούς δένδρων, για να επιβιώσει. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών τα είχαν εγκαταλείψει, κυνηγημένοι από τους Τούρκους.

Μιά μέρα κατέβηκε στο μοναστήρι, για να προσευχηθεί και να λιβανίσει, χρησιμοποιώντας ως λιβανιστήρι ένα πλατύ χαλίκι. Δεν πρόφθασε να μπει στο μοναστήρι, ήταν πενήντα περίπου βήματα μακρυά, όταν είδε να κατεβαίνει προς το μοναστήρι με θόρυβο ένα ασκέρι αγριεμένων Τούρκων στρατιωτών. Ως στρατόπεδο χρησιμοποιούσαν το χωριό Αξέντι και ο μόνος δρόμος που οδηγούσε προς τη Μεσαρά περνούσε έξω από τη Μονή. Η μοναχή Παρθενία δεν μπορούσε να κάνει τίποτε και έμεινε ακίνητη περιμένοντας τον θάνατο. Όμως μέσα της η πίστη στον Θεό και η ελπίδα στην Υπεραγία Θεοτόκο της έδωσαν δύναμη, τα χείλη της ψιθύρισαν <Τείχος εις των παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε>, ζήτησε από την Παναγία να τη σώσει και υποσχέθηκε μέσα από την ψυχή της να ανοικοδομήσει τον ναό και το μοναστήρι με δική της πρωτοβουλία και εράνους που θα διενεργούσε σε ολόκληρη την Κρήτη. Δεν είχε τελειώσει τη θερμή προσευχή της, όταν είδε να την σκεπάζει ένα σύννεφο λευκού καπνού, που δεν επέτρεπε στους Τούρκους που περνούσαν ξυστά δίπλα της να τη δουν. Άκουσε τις φωνές τους: (Που είναι η γκιαούρισσα, που μας είπαν πως μένει εδώ; δεν θα μας ξεφύγει σήμερα!). Φαίνεται ότι κάποιος Τούρκος από τα γύρω μετόχια την είχε καταδώσει. Έψαξαν σχολαστικά στο μοναστήρι, αλλά δεν μπόρεσαν να την εντοπίσουν και έφυγαν, βρίζοντας και απειλώντας. Η Παναγία είχε κάμει το θαύμα της! Η ταπεινή μοναχή έπειτα μπήκε στο μοναστήρι, όταν πια είχαν φύγει οι Τούρκοι, και ευχαρίστησε ολόψυχα τη σωτείρα και προστασία των πιστών Θεοτόκο.

Μόλις ησύχασαν λίγο τα πράγματα στην Κρήτη, η Παρθενία εκπλήρωσε το τάμα της και άρχισε την ανοικοδόμηση της Μονής με τη συνδρομή και τα χρήματα, που πρόσφεραν ευχαρίστως οι ευσεβείς χριστιανοί της Κρήτης. Η Παρθενία άρχισε το έργο της ανοικοδόμησης το 1826. Χρειάστηκαν όμως τριάντα έξι (36) ολόκληρα χρόνια, για να ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση, λόγω των αλλεπάλληλων επαναστάσεων και της έλλειψης των αναγκαίων. Η ίδια με ζήλο και επιμονή γύρισε ολόκληρη την Κρήτη, κάνοντας εράνους, για να πραγματοποιήσει το τάμα της.

Το έτος 1860 επισκέφθηκαν τη Μονή ο οπλαρχηγός καπετάν Μιχάλης Κόρακας, ο οποίος στην αρχή της πολεμικής του δράσης είχε καταφύγει στο μοναστήρι κυνηγημένος από τους Τούρκους και τον είχε κρύψει η Παρθενία, ο καπετάν Γιώργης Μαλεβιζιώτης, ο πρόξενος της Αγγλίας Μιχ. Διαμαντίδης. Πλούσιος έμπορος του Ηρακλείου και παππούς του μεγάλου ευεργέτη του Ηρακλείου Ανδρέα Καλοκαιρινού, καθώς και ο Γεώργιος Καπετανάκης η Καμαριανός. Καθένας τους πρόσφερε στην ηγουμένη Παρθενία από 10 χρυσές τουρκικές λίρες για την αποπεράτωση του ναού. Έτσι με τα χρήματα αυτά ολοκληρώθηκε το έργο της ανοικοδόμησης του. Στην προσπάθεια της αυτή πολύ την βοήθησαν και ο αδελφός της Νεονοκωνσταντής, όπως και οι κάτοικοι της Μεσαράς, προσφέροντας χρήματα και προσωπική εργασία.

Η Παρθενία ηγουμένευσε 44 χρόνια, από το 1826 ως το 1869, οπότε και οσιακά εκοιμήθη. Ουσιαστικά είναι η νέα κτητόρισσα και ιδρύτρια της Μονής, αν σκεφθούμε ότι την ανοικοδόμησε από τα ερείπια της. Παράλληλα είχε αναπτύξει και μεγάλη εθνική δράση. Τα χρόνια εκείνα το μοναστήρι ήταν ασφαλές καταφύγιο των επαναστατών, που προσέφευγαν σε αυτό και τροφοδοτούνταν από αυτό.

Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η Μονή πέρασε πολλές δυσκολίες εξ αιτίας της μεγάλης οικονομικής στενότητας και ανέχειας στην οποία είχε περιέλθει. Υπεράνθρωπες προσπάθειες κατέβαλαν τόσο οι ηγουμένισσες Αγαθαγγέλη και Διονυσία όσο και οι ίδιες οι μοναχές για να διατηρήσουν και συντηρήσουν το μοναστήρι.

Το καθολικό της Μονής

Στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το καθολικό (ο κεντρικός ναός της Μονής) υπήρχε πρωτοχριστιανική βασιλική, που οικοδομικά της μέλη έχουν ενσωματωθεί στον νέο ναό, αλλά και στον περίβολο της Μονής. Το καθολικό είναι τρίκλιτη βασιλική. Το κεντρικό κλίτος είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, το βόρειο στον Άγιο Παντελεήμονα, ενώ το νότιο στους Τρεις Ιεράρχες. Βόρειοανατολικά ενσωματωμένο στον κεντρικό ναό υπάρχει το παρεκκλήσι των Αγίων Αποστόλων.

Το κεντρικό κλίτος έχει ημικυλινδρικό θόλο, ενώ τα πλαϊνά κλίτη έχουν τετρακύκλιους θόλους. Εντυπωσιακά είναι τα πέτρινα τόξα που διαχωρίζουν τα κλίτη. Οι μαρμάρινες κολόνες του ναού έχουν κιονόκρανα διακοσμημένα με φύλλα άκανθας.

Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει η αγιογράφηση των τοίχων του καθολικού από τον αριστοτέχνη αγιογράφο Εμμ. Κιαγιαδάκη και τη σύζυγο του Ουρανία.

Οι δεσποτικες εικόνες του τέμπλου είναι του 19ου αιώνα. Η εικόνα της κοιμήσεως είναι έργο του Στέφανου Νικολαϊδη (αγιογράφου, πρωτοψάλτη, λόγιου και υμνογράφου).

Στο καθολικό υπάρχει σε προσκυνητάρι εικόνα της Θεοτόκου στον τύπο της Γλυκοφιλούσας με επιγραφή <Η πάντων χαρά>, φιλοτεχνημένη δια χειρός Ιεροθέου Ιερομονάχου, 1968, και είναι αντίγραφο της πρωτότυπης εικόνας της Θεοτόκου που υπήρχε στην Ιερά Μονή Παληανής και με τρόπο παράδοξο, και θαυματουργικό, ενώ την πυρπολούσαν οι κατακτητές Τούρκοι, υψώθηκε στον αέρα, πέταξε και βρέθηκε στη Νάουσα της Πάρου, όπου υπάρχει μέχρι σήμερα.

Στο μοναστήρι της Παληανής γίνεται μεγάλο πανηγύρι στις 15 Αυγούστου με χιλιάδες πιστούς να κατακλύζουν τη Μονή.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο που πωλείται στην Μονή, με συγγραφέα τον Δημήτριο Δασκαλάκη.

φιλόλογο. 

 

Αν βρήκατε ενδιαφέρουσα την δημοσίευση δηλώστε ότι σας αρέσει, ευχαριστώ

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

2 thoughts on “Ιερά Μονή Παληανής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *