Η ιστορία του ναού της Αγίας Αικατερίνης, νυν Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης

Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης των Σιναϊτών, βρίσκεται στο κέντρο του Ηρακλείου Κρήτης, σχηματίζοντας ένα τρίγωνο με τους δύο άλλους ναούς του Αγίου Μηνά, τον μικρό ναό και παλαιότερο, και τον μεγάλο Μητροπολιτικό ναό του Αγίου, και μεγαλύτερου της Κρήτης.

Η πρώτη φάση κατασκευής ανάγεται στον 13ο αιώνα ενώ επεμβάσεις, τόσο στον ναό όσο και στο παρεκκλήσιο, έγιναν κατά το δεύτερο μισό του 16ου και το πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Είναι χτισμένος με εξαιρετική επιμέλεια, μεγάλο μέρος των λίθων είναι ξεστοί (λαξευμένοι), ενώ σε επιλεγμένα σημεία έχουν τοποθετηθεί διακοσμητικά λιθόγλυπτα. Ο αρχιτεκτονικός τύπος είναι παραλλαγή του σταυρεπίστεγου ναού και αποτελείται από ένα επίμηκες κλίτος, στεγασμένο με ημικυλινδρική καμάρα, και από ένα εγκάρσιο, με πτερά χαμηλότερου ύψους, το οποίο αναπτύσσεται μπροστά από το επίσης χαμηλότερο Ιερό Βήμα.

Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης, που σήμερα στεγάζει το Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης, κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας (1211-1669) υπήρξε καθολικό μιας σπουδαίας μονής, η οποία λειτουργούσε ως εξάρτημα της ομώνυμης μονής του όρους Σινά. Η σιναϊτική παρουσία στην Κρήτη χρονολογείται πιθανότατα από τα βυζαντινά χρόνια. Κατά τη Β βυζαντινή Περίοδο (961-1204) η μεγάλη μονή του όρους Σινά διέθετε αξιόλογη κτηματική περιουσία στο νησί και ανάμεσα στις ιδιοκτησίες της συγκαταλέγονταν και ναοί στον Χάνδακα. Σήμερα δεν είναι γνωστές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησε τον ναό της Αγίας Αικατερίνης, ούτε αν ήταν σιναϊτικό μετόχι από τα βυζαντινά χρόνια, όπως πιθανολογείται. Είναι όμως, γνωστό ότι απέκτησε πολλά προνόμια κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, όπως είναι γνωστό, σε γενικές γραμμές, ο ρόλος που διαδραμάτισε στα θρησκευτικά, τα κοινωνικά, και τα πολιτιστικά πράγματα της βενετοκρατούμενης Κρήτης.

Η παράδοση τη θέλει κέντρο γραμμάτων και τεχνών, αλλά και μονή με ιδιαίτερο ρόλο όσον αφορά στη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης στην Πρωτεύουσα του Βασιλείου της Κάντια, όπως ονόμαζαν την Κρήτη οι Βενετοί. Αν και οι πηγές δεν επιβεβαιώνουν τη λειτουργία διδακτηρίου στη μονή, όπως έγραφαν οι παλαιότεροι μελετητές, εν τούτοις είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς τον ιδιαίτερο ρόλο της στην προαγωγή της χριστιανικής τέχνης.

Σημαντικοί Κρήτες ζωγράφοι συνδέθηκαν με την Μονή της Αγίας Αικατερίνης και σπουδαία έργα κοσμούσαν το καθολικό της. Παράδειγμα, ο μεγάλος ζωγράφος του 15ου αιώνα Άγγελος Ακοτάντος, που της είχε αφήσει με τη διαθήκη του και κυκλική εικόνα.

Εκείνα τα χρόνια η Αγία Αικατερίνη δέσποζε έξω από το (παλαιό) φρούριο του Χάνδακα. Τα μεγάλα ισχυρά τείχη δεν είχαν ακόμη χτιστεί και τα παλαιότερα περιέκλειναν έναν πολύ μικρότερο χώρο. Γι αυτό και αναφέρεται από περιηγητή που ήρθε στην Κρήτη στα τέλη του 15ου αιώνα ότι <σε μικρή απόσταση από την πόλη είναι λόφος, όπου βρίσκεται μεγάλο μοναστήρι με καλόγηρους> . Η μορφολογία του εδάφους νότια του ναού δικαιολογεί περιγραφή.

Πλούτος μεγάλος ήταν οι εικόνες και τα κειμήλια που διέθετε. Κάποια από αυτά φαίνεται πως αποτέλεσαν πρότυπα για τους υπόλοιπους ναούς, όπως συνέβη το 1642, που ένας ιερομόναχος παράγγειλε στον ξυλογλύπτη Μανέα Μαγγανάρη να σκαλίσει ένα τέμπλο αντιγράφοντας τα σχέδια του παρεκκλησίου.

Τα χρόνια εκείνα το παρεκκλήσιο στη βόρεια πλευρά του ναού ήταν αφιερωμένο στους Κρήτες Αγίους Δέκα.

Εκείνο το ποίο θα πρέπει να επισημανθεί είναι η κοινωνική προσφοράς της μονής. <Οι μοναχοί του Σινά μεγίστας εν καιρώ λοιμού παρέσχον ευεργεσίας και ελεημονύνας προς τους εν τω λοιμοκαθαρτήριω Κρήτς πρωχούς> σημειώνει ο Δούκας Κρήτης Ιερώνυμος Κατέλλος (Παπαμιχαλόπουλος). Έτος 1602, μόλις λίγα χρόνια από τη μεγάλη επιδημία πανούκλας που αποδεκάτισε την πόλη.

Επί Τουρκοκρατίας

Το Σεπτέμβριο του 1669 ο ναός της Αγίας Αικατερίνης απογυμνώθηκε από τον πλούτο των φορητών εικόνων και των εκκλησιαστικών κειμηλίων του. Την εποχή εκείνη ολοκληρώθηκε η οθωμανική κατάκτηση της Κρήτης με την παράδοση του Χάνδακα. Τα περισσότερα από τα κειμήλια μεταφέρθηκαν σε άλλες βενετοκρατούμενες περιοχές, όπου κατέφυγαν και οι Σιναϊτες μοναχοί, μαζί με μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης. Μέχρι τότε υπήρχαν στον Χάνδακα δεκάδες χριστινικοί ναοί, περισσότεροι από 130, όπως αναφέρεται σε διάφορες πηγές (κυρίως στους χάρτες). Οι πιο σημαντικοί από αυτούς μετατράπηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη.

Τα πρώτα χρόνια της οθωμανοκρατίας λειτουργούσε μόνον ένας χριστιανικός ναός στην πόλη, ο Άγιος Ματθαίος των Σιναϊτών. Ο παλαιός (μικρός) Άγιος Μηνάς αποδόθηκε στους Χριστιανούς μόλις το 1735 και ο νεότερος (ο σημερινός μητροπολιτικός) εγκαινιάστηκε το 1895. Η Αγίας Αικατερίνη παραχωρήθηκε αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση στον Ζουφλικιάρ Αγά, κεχαγιά τον γενίτσαρων, κι είχε ονομαστεί Ζουλφικιάρ Αλή Πασά Τζαμισί. Συνεχισε, όμως, να ακούγεται και ως Αγία Κατερίνα Τζαμισί. Η ισχυρή χριστιανική παράδοση επιβίωσε μέσα από την ονομασία του τζαμιού και κάτω από τις σκληρές συνθήκες της οθωμανικής κυριαρχίας. Μέχρι και το τέλος αυτής της δύσκολης περιόδου (1669-1898) ε΄χε επιβιώσει η ανάμνηση ενός σπουδαίου χριστιανικού καθιδρύματος που είχε ματατραπεί σε μουσουλμανικό τέμενος. Όπως αναφέρεται στα κατάλοιπα του Ν. Σταυρινίδη, μεταφραστή του τουρκικου αρχείου του Ηρακλείου, ο πρώτος μιναρές βρίσκονταν στην ανατολική πλευρά του ναού, αλλά μεταφέρθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και ψήλωσε για λόγους ανταγωνισμού προς την χριστιανική κοινότητα του Ηρακλείου, αρχικά ο μιναρές της Αγίας Αικατερίνης ήταν κοντός (…) Στα 1883, όμως, όταν συνεχίσθηκαν οι εργασίες του Αγίου Μηνά και οι τοίχοι ψήλωσαν και φάνηκε το ύψος των καμπαναριών του, ο Σκυλιανάκης Χασάν Βέης, Πρόεδρος της Οθωμανικής Κοινότητας, έβαλε μπρος να επιφέρει διάφορες επιδιορθώσεις στο τζαμί. Τότε κτίστηκε κι ο καινούριος μιναρές νοτικά του παρεκκλησίου των Αγίων Δέκα.

Οι πηγές και οι μαρτυρίες από την περίοδο της Οθωμανοκρατίας αποκαλύπτουν ότι ο άλλοτε χριστιανικός ναός ήταν ένα από τα ομορφότερα μουσουλμανικά τεμένη ολόκληρης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, περιτριγυρισμένο με νερά και λουλούδια. Αυτό μαρτυρεί με θαυμασμό ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί. Το μεγαλείο τυ νέου τεμένους τον είχε θαμπώσει και τα σχόλια του τόσο για τη λιθοδομή όσο και για τη διακόσμηση του ήταν κολακευτικά. Γράφει ότι μοιάζει με περίπτετο της Παραδείσου. Στην πύλη υπήρχει επιγραφή γραμμένη με χρυσά και μπλε γράμματα.

Στην αυλή του, στην σημερινή πλατεία της Αγίας Αικατερίνης, είχε φτιαχτεί σιντριβάνι με άσπρο μάρμαρο για τους τελετουργικούς καθαρμούς των πιστών. Και παραδίπλα, δεξαμενή με μολυβοσκέπαστο τρούλο. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι μέσα στο τζαμί υπήρχε αγίασμα.

Τα παλιά κελιά των μοναχών φαίνεται πως χρησιμοποιούνταν για τη διαμονή των Μουσουλμάνων σπουδαστών, αφού στις εγκαταστάσεις της μονής λειτουργούσαν μορφωτικά καθιδρύματα, ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) και σχολείο (μαϊτέπι).

Δεν είναι σήμερα γνωστό μέχρι πότε διατηρήθηκε το τουρκικό ιεροσπουδαστήριο, καθώς και το μικρότερο σχολείο, που και τα δύο λειτουργούσαν στις εγκαταστάσεις της Αγίας Αικατερίνας. Ωστόσο, εκεί, στη μέση της σημερινής πλατείας Αγίας Αικατερίνης ιδρύθηκε ένα από τα πρώτα χριστιανικά σχολεία της πόλης. Επίσης, το τετρατάξιο σχολείο θηλέων ήταν στην ίδια περιοχή, στη σημερινή πλατεία του Αγίου Μηνά.

Πιο πρόσφατη ιστορία

Από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε αρχίσει η συρρίκνωση του μουσουλμανικού στοιχείου του Μεγάλου Κάστρου. Το καταπιεσμένο άλλοτε χριστιανικό στοιχείο είχε πάρει στα χέρια του μεγάλο μέρος από την οικονομική ζωή της πόλης. Το τζαμί της Αγίας Κατερίνας ερήμωνε και εγκαταλείφτηκε οριστικά λίγους μήνες μετά την επίσημη Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Την ίδια περίπου εποχή (γύρω στο 1915)εγκαταστάθηκαν εκεί Έλληνες πρόσφυγες που είχαν φτάσει στην Κρήτη από την Μικρά Ασία. Τότε ακριβώς άρχισε η συζήτηση για την τύχη του. Η πόλη μεγάλωνε, ο χριστιανικός πληθυσμός αυξάνονταν, κυρίως λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης, και οι χριστιανικοί ναοί δεν επαρκούσαν. Προτάθηκε, λοιπόν, να ξαναγίνει ναός, όπως ήταν και πριν από την τουρκική κατάκτηση του νησιού. Οι προσπάθειες της τοπικής εκκλησίας ευοδώθηκαν την άνοιξη του 1919. Στις 12 Μαρτίου του 1919 δημοσιεύτηκε Βασιλικό Διάταγμα με το οποίο απαλλοτριώνοταν το παλαιό μουσουλμανικό τέμενος.

Η πρώτη λειτουργία μετά από 274 χρόνια, Νοέμβριος 1943.

Σχεδόν ερείπιο βρήκε την Αγία Αικατερίνη ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι βόμβες που έπεφταν παντού είχαν μετατρέψει μεγάλες περιοχές του Ηρακλείου σε χαλάσματα και πολλοί δρόμοι ήταν καλυμμένοι με σωρούς από πεσμένες πέτρες. Ανάμεσα στις περιοχές που επλήγησαν τότε ήταν και εκείνη του Αγίου Μηνά.

Οι Ναζί, που κατέλαβαν την Κρήτη τον Μάιο του 1941, μετέτρεψαν το κλίτος της Αγίας Αικατερίνης σε αμαξοστάσιο (μηχανουργείο και συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων). Μέσα σε αυτήν την πολύ δύσκολη εποχή το εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Αγίου Μηνά αποφάσισε να επισκευάσει ένα τμήμα του ναού, και πιο συγκεκριμένα, το παρεκκλήσιο στο οποίο ετιμάτο πριν από την άλωση η μνήμη των Αγίων Δέκα. Το εκκλησιαστικό Συμβούλιο αποφάσισε να αποταθεί στο Γερμανικό Φρουραρχείο, χωρίς την έγκριση του οποίου ήταν αδύνατο να γίνει οποιαδήποτε εργασία στο κτήριο. Πρότεινε, μάλιστα, να χωριστεί το παρεκκλήσιο από τον υπόλοιπο ναό με μεσότοιχο.

Το έγγραφο, που φυλάσσεται στο αρχείο του Αγίου Μηνά, παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον. Αντανακλά τόσο τις προσπάθειες της τοπικής Εκκλησίας για την επαναλειτουργία του ναού όσον και τις απόψεις που επικρατούσαν τότε σχετικά με την ιστορία της Μονής της Αγίας Αικατερίνης των Σιναϊτών. Αναπαράγει, μάλιστα, ως ιστορική βεβαιότητα τα περί σχολής ανωτέρων Γραμμάτων που πιστεύονταν τότε ότι λειτουργούσε στη μονή, τονίζοντας με έμφαση ότι εκεί είχε λειτουργήσει το πρώτο πανεπιστήμιο του κόσμου!

Ήταν Οκτώβριος του 1943 και, όπως αναφέρεται, παρόμοιες αποφάσεις (για επισκευή του ναού) είχαν ληφθεί πολλές φορές, αλλά καμιά δεν είχε υλοποιηθεί. Τον επόμενο μήνα, Νοέμβριο του 1943, στη γιορτή της Αγίας Αικατερίνης, τελέστηκε για πρώτη φορά στα νεότερα χρόνια θεία λειτουργία στο παρεκκλήσιο του καταργημένου τζαμιού. Είχαν περάσει 274 χρόνια και δύο μήνες από τότε που είχε πάψει να λειτουργεί ως ναός! Επειδή δεν είχε προηγηθεί τελετή εγκαινίων, για να τελεστεί η λειτουργία, τοποθετήθηκε αντιμήνσιο στην Αγία Τράπεζα. Η απόφαση του Εκκλησιασικού Συμβουλίου του Αγίου Μηνά να επισκευάσει τον ναό υλοποιήθηκε αμέσως, με χρηματικό ποσόν που είχαν προσφέρει δωρητές. Στο Αρχείο του ιερού Ναού του Αγίου Μηνά σώζεται κατάλογος προσώπων τα οποία είχαν προσφέρει χρήματα, υφάσματα, εκκλησιασικά σκεύη, ακόμη και πέτρες για την επισκευή του κτηρίου.

Οι συζητήσεις για την τύχη του ναού αναζωπυρώθηκαν μετά τη ναζιστική κατοχή. Συγκροτήθηκε, μάλιστα, και (Λαϊκή Επιτροπή) που ανέλαβε την ανακαίνιση του. Μέγα ζήταμα προέκυψε για την καθιέρωση του παρεκκλησίου. Προτάθηκε να καθιερωθεί στη μνήμη των Αγίων Δέκα η του Αγίου Νίκωνος του Μετανοείτε. Υπήρξαν και κάποιες ισχυρές φωνές που είχαν προτείνει να καθιερωθεί στη μνήμη ενός από τους σπουδαιότερους υμνογράφους της Εκκλησίας, τον Άγιο Ανδρέα Αρχιεπισκόπου Κρήτης. Βασικό επιχείρημα εκείνων που αντέκρουαν την άποψη περί καθιέρωσης του στη μνήμη των Αγίων Δέκα ήταν η γειτνίαση με τον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά, ένα κλίτος του οποίου είναι αφιερωμένο στους ίδιους αγίους.

Τελικά καθιερώθηκε να τιμάται στο παρεκλήσι η μνήμη Πάντων των εν Κρήτη Διαλαμψάντων Αγίων.

Η μουσειακή συλλογή

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (ίσως από τα τέλη της δεκαετίας του 1940) ο ναός της Αγίας Αικατερίνης είχε αρχίσει να στεγάζει τα κατηχητικά σχολεία της ενορίας του Αγίου Μηνά και άλλες εκκλησιαστικές δραστηριότητες (ομιλίες, διαλέξεις, συγκεντρώσεις). Η απόφαση για τη στέγαση και την έκθεση ιερών εικόνων και εκκλησιαστικών κειμηλίων υλοποιήθηκε πολλά χρόνια αργότερα (κατά τη δεκαετία του 1960) με πρωτοβουλία ενός δυναμικού Ιεράρχη, του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου Ψαλιδάκη.

Η περισυλλογή των των κειμηλίων δεν ήταν εύκολη, αλλά ο ζήλος και το πραγματικό ενδιαφέρον του Ιεράργη υπερνίκησαν τα εμπόδια. Από διάφορα μοναστήρια και από ενοριακούς νεούς συγκεντρώθηκε πολύτιμο υλικό, ιερές εικόνες, άμφια, είδη εκκλησιαστικής αργυροχρυσοχοϊας και ξυλογλυπτικής, χειρόγραφα, παλαίτυπα βιβλία.

Η Έκθεση Εικόνων και Κειμηλίων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, όπως ονομάστηκε, άνοιξε τις πύλες της λίγους μήνες μετά και λειτούργησε με αυτή τη μορφή για τέσσερις δεκαετίες προσελκύοντας ντόπιους και ξένους επισκέπτες και προβάλλοντας μία εντυπωσιακή όψη του κρητικού πολιτισμού.

Η εξέλιξη της έκθεσης

Το 2007 σταμάτησε η λειτουργία της έκθεσης με την παλαιά μορφή και άρχισαν οι εργασίες συντήρησης του κτηρίου. Συμπαραστάτης στην προσπάθεια της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης να αναβαθμίσει την έκθεση στάθηκε το Υπουργείο Πολιτισμού, η 13η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Αμέσως μετά εκπονήθηκε η μελέτη επανέκθεσης με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονού μουσείου, όπως αρμόζει στη σπουδαιότητα των εκθεμάτων, πάλι με την ευθύνη και τη φροντίδα της 13ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Το νέο Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης Αγίας Αικατερίνης των Σιναϊτών, άρχισε να λειτουργεί τον Φεβρουάριο του 2015 και τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου πραγματοποιήθηκαν τα επίσημα εγκαίνια του.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο που πωλείται στον ναό της Αγίας Αικατερίνης Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης, Αγίας Αικατερίνης των Σιναϊτών.

Κείμενα, Έφη Ψιλάκη

Φωτογραφίες, Έφη Ψιλάκη – Νίκος Ψιλάκης.

Αν βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο, παρακαλώ δηλώστε ότι σας αρέσει, ευχαριστώ.

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!