Ορειβατική περιπέτεια 30-7-1997

 

Έπειτα από 21 χρόνια, δημοσιοποιώ μια ιστορία που μου συνέβη στις 30-7-1997, πρόκειται για μία ορειβατική ιστορία, από αυτές που τις διηγήσαι και τις θυμάσαι με δέος, είναι από αυτά τα γεγονότα που συμβαίνουν στους ορειβάτες, είτε επειδή είναι άπειροι, είτε επειδή είναι έμπειροι.

Οι φωτογραφίες είναι από μεταγενέστερες εκδρομές σε ίδια μέρη.

Οι άπειροι ορειβάτες δεν ξέρουν τι θα αντιμετωπίσουν στο βουνό, δηλαδή έχουν άγνοια κινδύνου, οι έμπειροι ορειβάτες υπερεκτιμούν τις δυνατότητες τους, για αυτόν το λόγο κατά βάση οι ορειβάτες που αντιμετωπίζουν προβλήματα, είναι είτε αρχάριοι, είτε πολύ έμπειροι.

Είχα την τύχη να μετέχω και να ανήκω στον ορειβατικό κόσμο, από το Γενάρη του 1997 έως τα τέλη του 2000, δηλαδή 4 ολόκληρα χρόνια έντονης ορειβατικής δράσεις.

Στο πρώτο εξάμηνο της ορειβατικής μου θητείας, αισθανόμουν κιόλας αρκετά δυνατός για να κάνω μεγάλες πορείες σε ψηλά βουνά της Κρήτης. Νόμιζα πως ήρθε η ώρα να ανέβω σε μία από τις πιο ψηλές κορυφές των Λασιθιώτικων βουνών, τον Αφέντη Χριστό, με υψόμετρο 2141 μέτρα.

Παρακάτω θα σας μεταφέρω το κείμενο που έγραψα ένα χρόνο μετά από αυτή την αποτυχημένη,  επικίνδυνη, αλλά και συναρπαστική βόλτα μου.

Έγραψα αυτό το κείμενο τότε που θυμόμουν ακόμα τις λεπτομέρειες, με ένα λόγο κάπως πιο παραδοσιακό, κάπως ιδιόρρυθμο, με βάση τον κρητικό ιδιωματικό λόγο, για αυτό παρακαλώ να μου συγχωρέσετε τυχών λάθη, αλλά και λέξεις που δεν καταλαβαίνετε, μπορείτε όμως να με ρωτήσετε, και ευτυχώς που το έκανα αυτό, γιατί σήμερα πλέον δεν θυμόμουν πολλές λεπτομέρειες. 

 

Ήταν 30-7-1997 που απόφαση να ανέβω στην εκκλησία του Αφέντη Χριστού που βρίσκεται σε μια από τις πιο ψηλές μαδάρες στα Λασιθιώτικα Όρη με υψόμετρο 2141, έφτασα στο Οροπέδιο Λασιθίου το μεσημέρι, άρχισα την προσπάθεια μου από το χωριό Άγιος Γεώργιος, είχα μαζί μου δύο μπουκάλια νερό, κάμποσα φιστίκια, έναν υπνόσακο, ρούχα, ένα σακίδιο στη πλάτη, κοντό παντελόνι, αρβύλες και ένα μικρό κοντάρι για να κρατώ ισορροπία όταν πατώ απάνω στα χαράκια, ανεβαίνοντας άφηνα πίσω μου το Οροπέδιο, βάδιζα σε ένα μονοπάτι για το Οροπέδιο Λιμνάκαρο, σε λίγο περνώ δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Πνεύματος. 

Είχα περάσει το Λιμνάκαρο, τώρα στα αριστερά μου υψώνεται  η ψηλότερη κορυφή της Δίκτυς με υψόμετρο 2148 μ, στα δεξιά μου ήταν η πορεία που έπρεπε να ακολουθήσω, η βλάστηση λιγόστευε και όπου υπήρχε λίγο χώμα, ήταν φυτρωμένοι θάμνοι γεμάτοι αγκάθια, τόσο σκληρά, που γίνονταν ασφαλές πάτημα αφού δεν γλιστράς, φτάνει βέβαια να φοράς παπούτσια με παχύ πάτο.

Στο σημείο αυτό έκανα το μοιραίο λάθος, ακολουθούσα ένα μονοπάτι, που τώρα αντί να ανεβαίνει στο βουνό, αυτό άρχισε να κατεβαίνει, σκέφτηκα ότι είχα πάρει λάθος δρόμο, και αποφάσισα να αφήσω το μονοπάτι, έτσι ξεκίνησα μια πολύ κοπιαστική ανάβαση στην πλαγιά του βουνού, δεν επρόκειτο για μία συνηθισμένη πλαγιά, ήταν όλη μία σάρα, ένας χαλασιάς, δηλαδή ήταν μία μεγάλη πλαγιά γεμάτη με χοντρό χαλίκι, με πέτρες που είχαν μέγεθος μέσο όρο ενός αυγού, έκανα τρία βήματα και γυρνούσα πίσω δύο, αφού η πλαγιά ήταν πολύ γερτή, απίστευτα κουραστικό, ο μόνος τρόπος για να κερδίζω κατά το δυνατόν λίγα μέτρα κάθε φορά, ήταν να πατάω πάνω σε αυτούς του εξαιρετικά ανθεκτικούς με πυκνά αγκάθια θάμνους. 

Το τοπίο όσο ανέβαινα γίνονταν και πιο άγριο, τώρα αν και ζεστός από την ανάβαση, αισθανόμουν τον δροσερό αέρα, έβλεπα τα ανέφελα καθώς τα παρέσερνε ο άνομος και τα οδηγούσε μέσα από τα φαράγγια, τους εγκρεμούς και τις κορυφές, ε γροίκουμε τα κουδούνια των προβάτων, τους βοσκούς να τα παντούνε, τη βέργα μου οντό τη κουρκούνουμε στις πέτρες, τα χαλίκια που ε φεύγανε οπίσω, μικρά πουλιά που με το κελάηδισμα τους ετάξε πως μου λέγανε, είντα γυρεύγεις μωρέ εσύ έπαε πάνω, μερικά γεράκια ε κάνανε βόλτες από πάνω μου, και είχα την εντύπωση ότι με παραμονέβγανε να δούνε που θα πάω και είντα θα κάμω, από τους θάμνους έβγαινε άρωμα ελευθερίας βουνίσιο άγριο.

Επειδή ήτανε ανηφόρα, ε σταμάτουμαι κάθε λίγο και λιγάκι να πάρω αναπνοές, να ξεκουραστώ, να σκουπίσω τον ιδρώτα που ε τάξε πως έτρεχε από πυγή.

Ε τότε σας συνειδητοποίησα τη μοναξιά, τη φυγή από τον πολιτισμό των ανθρώπων και το πέρασμα σε ένα άλλο άγνωστο, αφιλόξενο, διαφορετικό, και όμως γοητευτικό, που σε βοηθάει να συνδέσεις το χθες με το σήμερα, να παρατηρήσεις, να εξερευνήσεις, να ανακαλύψεις, να μάθεις.

Ύστερα από κάμποσες ώρες πάλης με την κούραση των ποδιών μου, είχα φτάσει στην κορυφή μιας κορυφογραμμής, ο αέρας ήταν παγωμένος και πολύ δυνατός, από κι πάνω ε ξάνοιγα τα λαγκάδια, τους γκρεμούς, τις μαδάρες, την αντάρα πάνω από τις κορφές, τα χαράκια μοιάζουνε με λεπίδες, είναι σχισμένα κοφτερά γεμάτα ρουκούνους.

Ε κιά ε στάθηκα για να βάλω μακρύ παντελόνι μπλούζα και σκούφο, ο ήλιος έδυε όπου να ναι, αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου. συνέχισα να περπατώ πάνω στην κορυφογραμμή με κατεύθυνση προς τα δυτικά, την κορυφή που ήταν ο Αφέντης Χριστός, χωρίς να ξέρω που ακριβός είναι και πόσο δρόμο έχει ακόμη, στα αριστερά μου συνάντησα μερικές κοιλότητες πάνω στο βουνό σαν μικρά οροπέδια, που στο κάτω μέρος είχαν μόνο χώμα, έμοιαζαν με αποξηραμένες λίμνες, προφανώς ήταν μεγάλοι νερόλακκοι που το καλοκαίρι το νερό εξατμίζονταν.

Ο Ήλιος σε λίγα λεπτά έδυσε και την θέση του πήρε μια παχιά λωρίδα φωτός χρώματος πορτοκαλοχρυσοκύτρινού, αν και είχε σκοτεινιάσει έβλεπα ακόμη και προπάτουμαι, δεν φοβόμουν καθόλου, τι να φοβηθώ άλλωστε, στην Κρήτη δεν έχουμε άγρια σαρκοβόρα ζώα, και άνθρωποι εκεί πάνω δεν υπήρχαν, έπρεπε να βρω ένα μέρος για να περάσω το βράδυ μου, ψάχνοντας ανακάλυψα μία πηγή, αλλά δεν υπήρχε πουθενά μέρος για να απλώσω τον υπνόσακο μου, καθώς παντού υπήρχαν θάμνοι και πέτρες, λίγο μετά την πηγή, στο γύρο μιας χαράδρας σιμώνω κοντά, ξανοίγω και θωρώ ένα μικρό μονοπάτι που ξεκίνα λίγα μέτρα πιο κάτω, έκανε ημικύκλιο τη χαράδρα και κατέληγε σε ένα μικρό σπηλιάρι, γρήγορα κατάλαβα ότι είχα ανακαλύψει το ιδανικό μέρος για να ξωμείνω, το σπηλιάρι όμως ήταν μικρό, και με πιο σημαντικό, μέσα κείτονταν μία νεκρή κατσίκα,  το μονοπάτι όμως αν και από την μία μεριά είχε μια αρκετά γερτή χαράδρα εκατοντάδων μέτρων, ήτανε γερτό και κακόβολο, έβανε μόνο ένα άτομο να περάσει, αλλά ήταν ιδανικό, γιατί παρείχε ασφάλεια, ήταν πανεμίδι, και πάνω από εκεί που είχα θέσει, ο βράχος έκανε μια καμπύλη, προστατεύοντας με από κάποιες πολύ μικρές πέτρες που πέφτανε από τον πολύ δυνατό αέρα, καθάρισα το σημείο που θα ξάπλωνα από τα πετραδάκια, έτσι ώστε να είναι όσο γίνεται πιο ομαλό, τα μεγαλύτερα από αυτά κατρακυλούσαν στη χαράδρα ώσπου χάνονταν ο ήχος που έκαναν στο βάθος, έβγαλα τον υπνόσακο, τον άπλωσα και μπήκα μέσα, ξάπλωσα ανάσκελα και από πάνω μου περίπου στα τρία μέτρα, ο αέρας έβγαζε βρούχος, (δυνατός συνεχόμενος θόρυβος) είχε δυναμώσει υπερβολικά, ήταν ξαστεριά και κοιτούσα τα αστέρια με δέος να δω αν θα πέσει κάποιο για να κάνω μια ευχή, μόνο δύο αεροπλάνα πέρασαν αναβοσβήνοντας τα φώτα τους, μακρυά στο βάθος μόλις που ξεχώριζα δύο σορούς από φώτα, προφανώς ήταν χωριά, καθώς ήταν κακόβολα πόνεσε η πλάτη μου και άλλαξα πλευρό, αυτό έκανα όλη τη νύχτα, πάντα όμως κρατιόμουν με το ένα χέρι από ένα πιάσιμο στο βράχο, διότι αν έπεφτα στην χαράδρα δεν είχε τίποτα να πιαστώ, και τότε θα ήταν όλα πολύ δύσκολα, από τα δύο μπουκάλια νερό που είχα μαζί μου, τώρα είχα μόνο μισό μπουκάλι διαθέσιμο, γιατί το κατανάλωσα στην υπερπροσπάθεια της προηγούμενης μέρας και εξαιτίας αυτού αισθανόμουν ήδη μεγάλη ανασφάλεια, τη νύχτα κατάφερα να κοιμηθώ με σύμμαχο την κούραση, είδα και όνειρο μάλιστα, ότι λέει είχα βρει το μονοπάτι και γυρνούσα πίσω.

Την ταχινή (το πρωί) ξυπνώ, ανοίγω τα μάτια μου και είχα βρεθεί σε άλλο κόσμο, ένα πυκνό έμπος (ομίχλη) είχε καλύψει τα πάντα, όλα ήταν βρεγμένα από την υγρασία, η ομίχλη δεν με άφηνε να δω περισσότερο από δύο μέτρα, έκανε τόσο πολύ κρύο, που έτρεμα ολόκληρος, το ρολόι έδειχνε ώρα 6 το πρωί, ούτε λόγος και σκέψη βέβαια για να συνεχίσω, τώρα έπρεπε να γυρίσω πίσω, η δίψα άρχισε να με βασανίζει καθώς δεν κατανάλωσα το λιγοστό νερό που είχε μείνει στο μπουκάλι, αφού δεν ήξερα σε πόσες ώρες θα ήμουν ξανά κοντά σε πόσιμο νερό, γρήγορα διαπίστωσα ότι είχα αποκτήσει ένα ακόμα πρόβλημα, ένιωθα ένα πολύ ισχυρό κάψιμο στους μυς των ποδιών μου, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να περπατήσω συνεχόμενα πάνω από 10 -15 μέτρα, έπρεπε να σταματήσω να τα ξεκουράσω και μετά να συνεχίσω πάλι για λίγο ακόμη, μάζεψα τα πράγματα μου και ξεκίνησα τον γυρισμό σχεδόν στα κουτουρού, ήξερα την κατεύθυνση περίπου και προχώρησα, βρέθηκα μπροστά σε μια κατηφόρα με σάρα, νόμισα ότι αν την κατέβω θα έχω στα αριστερά μου το οροπέδιο, είπαμε η ομίχλη πυκνή, μόλις που έβλεπα να περπατώ, κατηφόρισα λοιπόν τσουλώντας όρθιος λίγες δεκάδες μέτρα, μόλις κατέβηκα πιο κάτω από την ομίχλη, φάνηκε το λάθος που είχα κάνει, αντί στα αριστερά μου να έχω το Οροπέδιο, είχα βουνό, κάτι που σημαίνει ότι πρέπει να γυρίσω πίσω, είναι όμως αδύνατον να ανέβω τον χαλασά που κατέβηκα, για καλή μου τύχη στα αριστερά μου υπήρχε κάτι σαν φαραγγούλι, το ακολούθησα αλλά σύντομα αυτό σταμάτησε σε ένα στενό μέρος στο βράχο, εκεί παρατήρησα ότι πάνω στον βράχο υπήρχαν πατήματα και πιασίματα, βάζω την βέργα που στηριζόμουν στο σακίδιο, και ξεκίνησα την αναρρίχηση, επιστράτευσα ότι γνώσεις αναρρίχησης είχα, κοιτάζοντας μόνο προς τα πάνω, χωρίς να ξέρω τι θα συναντήσω, με την κλίση πολλές φορές στο 100%, ο βράχος ήταν λείος που σημαίνει ότι από εκεί έπεφτε νερό το χειμώνα, ύστερα από περίπου 20 μέτρα, κατάφερα επιτέλους και πάτησα σε θάμνους, αισθανόμουν σαν κομάντος σε επικίνδυνη αποστολή, και κάθισα να ξεκουραστώ στη σκιά ενός χαρακιού λίγο πιο πάνω, με ανακούφιση και υπερηφάνεια για το κατόρθωμα μου.

Είχα όμως αρκετό ανέβασμα μέχρι την κορυφογραμμή που είχα περάσει εχθές, δυσκολευόμουν πολύ και κάθε ζάλο γίνονταν με πόνο στους μυς των ποδιών μου, κάθε λίγο και λιγάκι ξάπλωνα κάτω για να συνέλθω, νερό αν και διψούσα πολύ, δεν έπινα, παρά μόνο όταν ξεραίνονταν τελείως το στόμα μου έπινα μισή γουλιά. Η ομίχλη τώρα δεν υπήρχε, τα σύννεφα όμως έριχναν τις πρώτες τους στάλες, δεν έβρεξε πολύ τελικά, μόνο ψιχάλισε.

Με τα πολλά έφτασα στην κορυφογραμμή, αριστερά μου υψώνονταν ένα βουνό, που τότε δεν ήξερα ότι εκεί πίσω ήταν ο Αφέντης, δεξιά μου στο βάθος ήξερα ότι υπήρχε το Οροπέδιο του Λασιθίου, εκεί δηλαδή που έπρεπε να πάω, οι δυνάμεις μου όμως με εγκατέλειπαν με τη δίψα να με βασανίζει ανελέητα, και κάπως έτσι αποφάσισα να μην κατευθυνθώ προς το οροπέδιο, αλλά να τραβήξω ευθεία κάτω την πλαγιά, όταν κατέβαινα τα πόδια μου με πονούσαν λιγότερο, σε μια στιγμή είδα δίπλα μου ένα λάστιχο ποτίσματος, του έκανα μεγάλη χαρά, μα ακόμη πιο πολύ χάρηκα όταν διαπίστωσα ότι από μέσα περνούσε κρύο νερό, μαζί μου είχα μαχαίρι και σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης θα το έκοβα να πιω νερό, δεν ήθελα όμως να το κόψω ακόμη, γιατί θα έκανα ζημιά και ίσως το νερό να ήταν απαραίτητο εκεί που κατέληγε, λίγο πιο κάτω συνάντησα ένα μικρό ρυάκι ξερό βέβαια αυτή την εποχή, παρατήρησα όμως ότι το κατέβασμα μέσα από αυτό ήταν πιο εύκολο, γιατί δεν υπήρχαν σουβλεροί θάμνοι, επιπλέον κέρδιζα ύψος αφού κάθε λίγα μέτρα πηδούσα πάνω σε μαλακό χώμα μέσα σε λάκκους, που προφανώς το χειμώνα ήταν γεμάτοι νερό με μικρά καταρρακτάκια, ξεκίνησα να κατεβαίνω και χωρίς να το καταλάβω το μικρό ρυάκι, έγινε μικρό φαράγγι, πλέον δεν υπήρχαν σύννεφα και ο ήλιος ζέσταινε ξανά, το λάστιχο με το νερό άλλαξε πορεία πηγαίνοντας προς τα δεξιά μου, μη ακολουθώντας πλέον το μικρό ποταμό, εγώ όμως προχώρησα και συνέχισα να κατεβαίνω πηδώντας όλο και σε πιο μεγάλους στεγνούς νερόλακκους, σε μία στιγμή βρέθηκα μπροστά σε ένα γλιστερό βράχο που κατέληγε μέσα σε μία βαθιά μεγάλη στεγνή κολύμπα, πήδηξα μέσα, δεξιά και αριστερά υψώνονταν βράχια σαν τοίχος, περπάτησα λίγα μέτρα με την σιγουριά ότι από κάπου θα βρω για να κατέβω πιο κάτω, με οδυνηρή έκπληξη διαπίστωσα ότι μπροστά μου βρίσκονταν ένας κάθετος στενός γκρεμός πολλών μέτρων, που φαίνονταν να καταλήγει μέσα σε ένα σπήλαιο, δεν μπορούσα να προχωρήσω με τίποτα, άρα έπρεπε να γυρίσω πίσω, πως όμως; δεν μπορούσα να ανέβω από πουθενά, το μόνο σημείο που μπορούσες να μπεις η να βγεις ήταν αυτό που κατέβηκα, το ύψος του βράχου ξεπερνούσε το στήθος μου, ήταν λείος και δεν είχε κανένα πάτημα.

Δεν σας κρύβω ότι έκατσα σε μία άκρη αρκετή ώρα, αφού είχα κάνει δύο τρις αποτυχημένες προσπάθειες να ανέβω, σκεπτόμουν την ζωή μου μέχρι εκείνη την στιγμή, κοιτούσα στον ουρανό που πετούσαν μερικά πτοματοφάγα τεράστια πουλιά, ύστερα σκεπτικά ότι αν τραβήξω όλο το χώμα κοντά στον βράχο, ίσος καταφέρω να ανέβω, σε λίγη ώρα είχα μεταφέρει με τα χέρια μου όλο το χώμα που έμοιαζε με άμμο δίπλα στον βράχο, πέταξα πάνω την βέργα που κρατούσα, έβγαλα την μπλούζα μου την έβαλα μέσα στο σακίδιο και πέταξα και αυτό πάνω, ανέβηκα πάνω στον σορό από άμμο που είχα φτιάξει, και με μια κίνηση βρέθηκα πάνω στον βράχο με την κοιλιά και τα χέρια απλωμένα με τις παλάμες πάνω στην λεία πέτρα, αφού έμεινα έτσι λίγα δευτερόλεπτα, άρχισα να κινούμε σαν τη σαύρα, πιέζοντας τον επικλινή βράχο με τις παλάμες μου και την κοιλιά μου, ώσπου κατόρθωσα να βγω, έπρεπε να παρακάμψω εκείνο το μέρος, έτσι κατηφόρισα από το δεξί μέρος μέσα από πυκνούς αγκαθωτούς θάμνους, μόλις κατέβηκα χαμηλά είδα ότι το φαράγγι συνέχιζε πλέον ως ποτάμι φαρδύ με μεγάλες στρογγυλές πέτρες, ενώ φαίνονταν να βγαίνει μέσα από μια σπηλιά, τώρα βάδιζα πιο εύκολα, μα από τη δίψα είχα παραισθήσεις, άκουγα συνέχεια τρεχούμενο νερό ενώ όλα γύρο μου ήταν απολύτως ξερά, σε μια στιγμή μου φάνηκε, ήμουν σίγουρος πως είδα μία πέτρινη γέφυρα να περνά κάθετα τον χείμαρρο, μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση που για πρώτη φορά προσπάθησα να βγάλω τη φωτογραφική μηχανή να την φωτογραφίσω, μόλις όμως σήκωσα ξανά τα μάτια μου, δεν είδα τίποτα, δεν μπορούσα να φανταστώ μέχρι αυτή μου την περιπέτεια σε τι κατάσταση φτάνεις όταν δεν έχεις νερό να πιεις, όλες σου οι αισθήσεις λειτουργούν με παραισθήσεις, βλέπεις νερό χωρίς να υπάρχει, ακούς νερό να τρέχει που δεν υπάρχει, ξεπερνάς τα όρια σου.

Ήταν περίπου 12 το μεσημέρι, με τον ήλιο και την ζέστη να με στύβουν, προχωρώντας μέσα στον ξερό χείμαρρο έπεσα πάνω σε ένα μονοπάτι, ήταν ακόμη πιο βατό και έτσι τώρα περπατούσα με κόπο αλλά και αισιοδοξία στο δεξί μέρος του ποταμού, και ξαφνικά βλέπω μπροστά μου ένα δρόμο, η χαρά μου δεν περιγράφεται, και τώρα είχα ένα ακόμα δίλημμα, να τραβήξω δεξιά η αριστερά;, από δεξιά άκουγα σκυλιά και κουδούνια των προβάτων, οπότε λέω από εδώ θα πάω και ο Θεός βοηθός, αριστερά του δρόμου συνάντησα μια εκκλησία, τον Άγιο Μανώλη, ήταν καινούρια εκκλησία και μπήκα μέσα να ξεκουραστώ, είχε πολύ δροσιά και ξάπλωσα στα πλακάκια της που ήταν ακόμη πιο δροσερά.

Λίγο πιο κάτω αφού προχώρησα 10 λεπτά αριστερά μου, υπήρχε ένα μεγάλο τσομπανόσκυλο ευτυχώς δεμένο, και ένα δύο πρόχειρα κτίσματα, πλησίασα κοντά με την ελπίδα να βρω κάποιον να μου δώσει νερό και να μου πει που είμαι, αντί αυτού, ήρθαν στα πόδια μου κάμποσα μικρά κουτάβια κουνώντας τις ουρές τους, ενώ η μητέρα τους κόντευε να σπάσει την αλυσίδα που ήταν δεμένη, απομακρύνθηκα γρήγορα, και προχώρησα πάνω στον χωματόδρομο, είχε υπερβολική σκόνη και κατηφόριζε σαν φίδι. Σε μια στιγμή άκουσα ομιλίες στα αριστερά μου πίσω από μερικά δέντρα πιο χαμηλά από εμένα, υπήρχε μία αποθήκη, εκεί ήταν ένα αυτοκίνητο γεμάτο ζωοτροφές και δύο βοσκοί που τις ξεφόρτωναν, τότε έβγαλα το ελάχιστο νερό που είχα κρατήσει για την έσχατη περίπτωση, το ήπια για να είμαι σε θέση να μιλήσω, και με γοργό βήμα πλησίασα και ζήτησα λίγο νερό, μου είπαν πως δεν έχουν νερό μόνο να περιμένω να ξεφορτώσουν να με πάρουν μαζί τους να πάμε σε άλλη μάντρα, περίμενα λίγη ώρα 5-10 λεπτά και ξεκινήσαμε, εγώ ανέβηκα στη καρότσα του αυτοκινήτου με προσμονή για το νερό που με περίμενε, φτάνοντας στην μάντρα τους, ήταν μαζί τους και άλλοι βοσκοί με τις γυναίκες τους, τους χαιρέτισα και ήπια νερό με ένα μεταλλικό ποτήρι που μου έδωσαν, από μία πλαστική κάνιστρα, ήπια νερό αργά και απολαυστικά, σαν κάτι πολύτιμο που ήθελα να κρατήσει για πολύ ώρα, η ώρα ήταν περίπου δύο το μεσημέρι και οι γυναίκες ετοίμαζαν το φαγητό, αυτό ήταν βραστό αρνί, αφού φάγαμε και ήπιαμε κρασί και τσικουδιά παρ όλη την ζέστη, οι βοσκοί ξεκίνησαν τις εργασίες, στις οποίες βοήθησα και εγώ λίγο, περάσαμε αριθμούς στα αυτιά των προβάτων με μία ιδική τανάλια, ευνούχισαν αρκετά αρσενικά πρόβατα, και μετά τα αφήναμε ελύθερα στο βουνό.

Το απόγευμα ένας από τους βοσκούς που ήταν από το χωριό Καμινάκι, ένα από τα 18 χωριά του Οροπεδίου Λασιθίου, με πίρε με το αυτοκίνητο του και με πήγε στο χωριό Τζερμιάδο του Οροπεδίου και συγκεκριμένα στο ξενοδοχείο Κουρήτες, δεν ξέρω πως τον λένε, πάντως τον ευχαριστώ πολύ για την βοήθεια του. Την επόμενη μέρα πείρα το λεωφορείο και γύρισα στο Ηράκλειο και το σπίτι μου.

Από τότε και μετά πήγα στην κορυφή του Αφέντη Χριστού μερικές φορές με όλες τις καιρικές συνθήκες, φυσικά με τον Ορειβατικό Σύλλογο Ηρακλείου. 

Θα ήθελα να σας πω μερικά πράγματα, στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν έντονης ορειβατικής δραστηριότητας, δεν είχα κάποιο αντίστοιχο περιστατικό, τηρούσα μερικούς κανόνες απαρέγκλιτα, όπως, έπαιρνα πάντα περισσότερο νερό από αυτό που υπολόγιζα ότι θα χρειαστώ, πήγαινα πάντα με παρέα στα βουνά αποτελούμενοι από τρία άτομα και πάνω, απέφευγα την ομίχλη και όταν βρισκόμουν μέσα σε αυτή περίμενα να διαλυθεί, δεν πήγαινα ποτέ σε χιονισμένο βουνό αν δεν ήξερα το έδαφος χωρίς χιόνι.

Σας ευχαριστώ που διαβάσατε την ιστορία μου, είναι η μόνη που διηγούμαι ανάμεσα σε εκατοντάδες εκδρομές και εξορμήσεις.

 


Αν βρήκατε ενδιαφέρουσα την ιστορία μου παρακαλώ δηλώστε ότι σας αρέσει, ευχαριστώ.

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.