Ποιο είναι το ομορφότερο σημείο πάνω σε μία γυναίκα;

Μενέλαος Παρλαμάς

(ΑΠΌ ΤΗ ΖΩΉ ΤΩΝ ΛΈΞΕΩΝ)

Εκδόσεις Δόμος 

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΩΛΕΝΗΣ

Η συζήτηση γινόταν σ ένα απόμερο τραπέζι της βεγγέρας, όπου είχαν καταφύγει όλοι οι οπισθοδρομικοί, αυτοί δηλαδή που δεν έπαιζαν χαρτιά. Το θέμα της ήταν ανιδιοτελές, μακριά από κάθε επαγγελματική έγνοια. Κάποιος από τη μικρή συντροφιά, που αγαπούσε να ταράσσει το ύδωρ, είχε ρίψει την ερώτηση: Ποιο από τα στοιχεία που συνθέτουν το γυναικείο κάλλος είναι το εκφραστικώτερο. Και καθένας έσπευδε να πει την απάντησή του κ ήσαν όλες οι απαντήσεις ασύμφωνες.

Άλλος θεωρούσε τα μάτια σαν το κυριότερο εκφραστικό όργανο της γυναίκας. ’Άλλος τα πόδια, άλλος τη μέση, άλλος το στήθος, άλλος τα μαλλιά. Δεν είχε μείνει απροτίμητο κανένα στοιχείο, κ’ έτσι φαινόταν πως ο κύριος, που δεν είχε μιλήσει ακόμα, δε θα μπορούσε πια να διαφωνήσει με τους άλλους. Και όμως διαφώνησε:

  • Ξεχνάτε, αγαπητοί μου, το σπουδαιότερο. Κι αυτό σημαίνει πως ούτε τη γυναίκα έχετε εκτιμήσει σωστά ούτε τον Όμηρο. Αν είχατε προσέξει τον τελευταίο, θα παρατηρούσατε πως το πρώτο κοσμητικό επίθετο, που χρησιμοποιεί για το θείο κάλλος, συγκεκριμένα για το κάλλος της πανέμορφης Ήρας, που εμφανίζεται πρώτη στη σκηνή της Ιλιάδας, είναι το λευκώλενος. Άρα θέτει σε πρώτη μοίρα τα μπράτσα της γυναίκας. Αλλά κ εγώ νομίζω πως τα μπράτσα! κατέχουν την πρώτη θέση. Γι ’ αυτό και όταν για πρώτη φορά απογυμνώθηκαν, πριν από 60 χρόνια, ο κόσμος συνεταράχθη Ξέρετε το ανέκδοτο του Σουρή;

Όλοι, ανυπόμονοι να το ακούσουν, έσπευσαν να απαντήσουν αρνητικά.

  • Λοιπόν, έξακολούθησεν ο εραστής της ωλένης, όταν πρωτοβγήκεν η μόδα του ξεμπρατσώματος, εμφανίστηκε και σ ένα από τα φιλολογικά σαλόνια, όπου εσύχναζεν ο ποιητής του «Ρωμιού», μια κυρία ξεμπράτσωτη. Ο Σουρής, ήρεμος συνήθως και όχι πολύ ευσυγκίνητος από το γυναικείο κάλλος, εταράχθη, εθύμωσε κ εκοίταζε την τολμηρή κυρία με φονικά βλέμματα.
  • Μα, τι έχετε, κύριε Σουρή και με κοιτάζετε έτσι; Τι σας έκαμα;

Ο ποιητής την εκοίταξε ατενώς κ ύστερα από λίγο της είπε:

Μ΄αυτά τα ξεμπρατσώματα θα γίνει καμμιά φέστα- η βάλε όσα σου λείπουνε η βγάλε και τα ρέστα.

Έγινε ένα μικρό διάλειμμα γέλιου. Και πάλι εξακολούθησε η συζήτηση για το ίδιο θέμα, που είχεν αποδειχθεί τόσο γόνιμο. Κάποιος θυμήθηκε πως γενικά το χέρι στάθηκε μέσο ζωγραφικής εκφράσεως πρώτης γραμμής. Και ανέφερε για παράδειγμα τον Μυστικό Δείπνο του Ντά Βίντσι, που δεν είναι, είπε, τίποτε άλλο παρά μια ζωγραφική συμφωνία με όργανα τα χέρια των δώδεκα Μαθητών.

Αλλά η μπρατσολογία, δεν επέπρωτο —φευ!— να τελειώσει τόσο καλλιτεχνικά και ανώδυνα. Κάποιος είχε την άτυχη έμπνευση να πει:

Όλα καλά, βρε παιδιά. Αλλά γιατί να χρησι­μοποιούμε μια τόσο κακή λέξη για ένα τόσο ωραίο πράγμα; Μπράτσα. Κακόηχο και βάρβαρο.

Και τότε ανεδύθη ο σχολαστικός, που, σημειωτέον, δεν λείπει από πουθενά:

Μη βρίζουμε τους εαυτούς μας, αγαπητοί φίλοι. Ελληνικό είναι και το μπράτσο… Και εξήγησεν ύστερα . πως το ελληνικό βραχίων πέρασε στη λατινική: brachium), ύστερα στα ιταλικά brazzo, απ’ όπου παλιννόστησε στην Ελλάδα…

Ευτυχώς οι γυναίκες των συζητητών τελείωσαν ωστόσο την παρτίδα τους και, κατά τα ειωθότα, eπήραν αμέσως αλαμπρατσέτα τους άνδρες τους και άφησαν τον άγαμο, βέβαια, σχολαστικό χωρίς ακροατές.

 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *