Μια ιστορία της γιαγιάς 

Μια ιστορία της γιαγιάς 

Όταν ήμουν μικρός μου άρεσαν ιδιαίτερα οι ιστορίες, και ποιος άλλος εκτός από την γιαγιά ήξερε; αλλά κυρίως ποιος είχε την θέληση και τον χρόνο να κάθετε να μου τις λέει;.

 Έτσι λοιπόν πίεζα επίμονα την γιαγιά μου να θυμηθεί παλιές ιστορίες και εγώ να κάθομαι να τις ακούω πλέκοντας με την φαντασία μου το σκηνικό που διαδραματίζονταν, οι περισσότερες από αυτές είχαν να κάνουν με την αγριότητα των Τούρκων κατακτητών του τόπου μας και τα δεινά των Ελλήνων Χριστιανών, ακόμη είχαν να κάνουν με την πίστη και την απιστία στον Χριστό, ενώ σε πολλές εμπλέκονταν και ο διάβολος, που όποιοι των ακολουθούσαν κατέληγαν στον θάνατο.

Μία λοιπόν από αυτές θα διηγηθώ.

Κάποτε λοιπόν ζούσε σε ένα χωριό, ένας νιόπαντρος αγρότης που μόλις είχε αποκτήσει ένα νεογέννητο παιδί, καθώς περνούσαν οι μήνες και το μωρό μεγάλωνε, έπρεπε να του βρει έναν νονό, του ζήτησαν να το βαπτίσουν δύο άνθρωποι, ο ένας φορούσε φθαρμένα ρούχα από την δουλειά και φαίνονταν άνθρωπος με χωράφια και ζώα,  είπε στον πατέρα του παιδιού ότι θα αφήσει στο φιλιότσο του ότι είχε, και ακόμα θα του μάθει την τέχνη που ήξερε για να ζει με αξιοπρέπεια χωρίς να έχει την ανάγκη των άλλων. Ο δεύτερος ήταν νέος καλοντυμένος με κουστούμι γυαλισμένα παπούτσια και φαίνονταν άνθρωπος της υψηλής κοινωνίας, εκείνος είπε στον πατέρα του παιδιού πως ότι ήθελε θα το είχε, θαμπώθηκε ο πατέρας από την εικόνα του δεύτερου επίδοξου νονού, και αποφάσισε να δώσει το παιδί να το βαπτίσει αυτός. (Εδώ η γιαγιά μου είπε, παιδί μου ο πρώτος ήταν ο Χριστός, και ο δεύτερος ο διάβολος.) έγινε η βάπτιση και όλους τους παραξένεψε η συμπεριφορά του νονού μέσα στην εκκλησία, όταν ο παπάς είπε το ευαγγέλιο αυτός προφασίστηκε βήχα και απομακρύνθηκε από τον ναό, το ίδιο έκανε και σε άλλα σημεία της λειτουργίας. Αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία αφού ο νονός ήταν πλούσιος και όλοι έκαναν πως δεν κατάλαβαν τίποτα.

Ύστερα από λίγο καιρό, ο πατέρας είχε μια διαμάχη με έναν γείτονα του, για να δώσει λοιπόν την λύση σε αυτήν, φώναξε τον σύντεκνο του, ο σύντεκνος έτρεξε αμέσως κοντά του και έδωσε λύση στο πρόβλημα υπέρ του πατέρα, μετά από λίγες μέρες ο πατέρας έκλεψε μερικά πρόβατα, αλλά τον έπιασαν, και πάλι αυτός φώναξε τον σύντεκνο του, αυτός έτρεξε κοντά του και τον γλύτωσε, και αφού είχε την δύναμη του συντέκνου του, αποφάσισε να κάνει κάθε είδους απατεωνιά, και κλεψιά, αφού πάντα έτρεχε ο σύντεκνος του να τον γλυτώσει, ότι ήθελε έτρεχε και του το έδινε ο σύντεκνος του, ώσπου κάποια μέρα είχε κάνει πλέον τόσα πολλά ανοσιουργήματα χωρίς τιμωρία που είχε αγανακτήσει η κοινωνία. Τότε τον έπιασαν και τον οδήγησαν μπροστά στους μεγαλύτερους δικαστές, εκείνος δεν αγχώθηκε καθόλου, γιατί ήξερε ότι μόλις φωνάξει τον σύντεκνο του, αυτός θα τρέξει να έρθει αμέσως να τον γλυτώσει, έτσι γελούσε και με ύφος υπεροπτικό προσπαθούσε να κοροϊδέψει τους δικαστές, όμως ήταν τόσα πολλά και βαριά τα εγκλήματα που είχε κάνει, που οι δικαστές δεν μπορούσαν παρά να του ορίσουν την αυστηρότερη ποινή, θάνατος δια απαγχονισμού, τον πήγαν λοιπόν σε έναν γκρεμό που είχαν στήσει την αγχόνη, την ώρα που του περνούσαν το σχοινί στο λαιμό, φωνάζει σύντεκνε, σύντεκνε, σύντεκνε, μα ο σύντεκνος αθιβολή, (δηλαδή σιωπή) τότε έβαλε τα κλάματα και φώναζε ποιο δυνατά τον σύντεκνο του, και ξαφνικά εμφανίστηκε ο σύντεκνος, σώσε μαι του λέει δεν ακούς που σου φωνάζω τόση ώρα, τότε ο σύντεκνος του, του λέει, κοίταξε  εκεί κάτω, κοιτάζει αυτός και βλέπει έναν μεγάλο σορό από καταλυμένα παπούτσια, θωρείς τα του λέει, όλα αυτά τα κατάλυσα για να σε φέρω εδώ που σε έφερα.

 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *